veur
ʁɛ
re
veur
vœʁ
voer
rêver

Ορισμός και σημασία του "rêveur"στα γαλλικά

01

αφηρημένος, χαμένος στις σκέψεις του

qui semble absent, perdu dans ses pensées, comme déconnecté de ce qui l'entoure 
rêveur definition and meaning
Παραδείγματα
Il marchait d'un air rêveur, sans voir les gens autour. 

Περπατούσε με μια ονειρεμένη έκφραση, χωρίς να βλέπει τους ανθρώπους γύρω του.

02

ονειροπόλος, αφηρημένος

qui a tendance à s'évader dans ses pensées, à imaginer ou rêver plutôt qu'à se concentrer sur la réalité 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus rêveur
συγκριτικός βαθμός
plus rêveur
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
rêveur
αρσενικό πληθυντικό
rêveurs
θηλυκό ενικό
rêveuse
θηλυκό πληθυντικό
rêveuses
θεματικό πεδίο
personnalité, comportement, état
Παραδείγματα
Il est souvent rêveur pendant les cours. 

Συχνά είναι ονειροπόλος κατά τη διάρκεια των μαθημάτων.

01

ονειροπόλος, φαντασιοπληκτικός

personne qui passe beaucoup de temps à rêver, à imaginer des choses plutôt qu'à se concentrer sur la réalité 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
rêveurs
αρσενικό ενικό
rêveur
θηλυκό ενικό
rêveuse
Παραδείγματα
Le rêveur préfère le monde de ses pensées à la réalité. 

Ο ονειροπόλος προτιμά τον κόσμο των σκέψεών του από την πραγματικότητα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store