Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rêveur
01
αφηρημένος, χαμένος στις σκέψεις του
qui semble absent, perdu dans ses pensées, comme déconnecté de ce qui l'entoure
Παραδείγματα
Il marchait d'un air rêveur, sans voir les gens autour.
Περπατούσε με μια ονειρεμένη έκφραση, χωρίς να βλέπει τους ανθρώπους γύρω του.
02
ονειροπόλος, αφηρημένος
qui a tendance à s'évader dans ses pensées, à imaginer ou rêver plutôt qu'à se concentrer sur la réalité
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus rêveur
συγκριτικός βαθμός
plus rêveur
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
rêveur
αρσενικό πληθυντικό
rêveurs
θηλυκό ενικό
rêveuse
θηλυκό πληθυντικό
rêveuses
Παραδείγματα
Il est souvent rêveur pendant les cours.
Συχνά είναι ονειροπόλος κατά τη διάρκεια των μαθημάτων.
Le rêveur
01
ονειροπόλος, φαντασιοπληκτικός
personne qui passe beaucoup de temps à rêver, à imaginer des choses plutôt qu'à se concentrer sur la réalité
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
rêveurs
Παραδείγματα
Le rêveur préfère le monde de ses pensées à la réalité.
Ο ονειροπόλος προτιμά τον κόσμο των σκέψεών του από την πραγματικότητα.



























