le rôle
rôle
ʁol
ρολ
pôlesaulepiaule

Ορισμός και σημασία του "rôle"στα γαλλικά

01

ρόλος, λειτουργία

la fonction ou la tâche qu'une personne ou une chose a 
le rôle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
rôles
Παραδείγματα
Il joue un rôle important dans l'équipe. 

Παίζει έναν σημαντικό ρόλο στην ομάδα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store