Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rôtir
01
ψήνω, φρυγανίζω
cuire un aliment à feu vif, au four ou à la broche
Παραδείγματα
Le chef a appris à rôtir un canard entier.
Ο σεφ έμαθε να ψήνει ένα ολόκληρο πάπια.
02
καίω, ψήνω
faire brûler, dessécher sous une chaleur intense
Παραδείγματα
Les touristes rôtissent sur la plage.
Οι τουρίστες ψήνονται στην παραλία.
03
ψήνω, φρυγανίζω
être exposé à une chaleur intense
Παραδείγματα
Tu vas rôtir si tu restes près du four.
Θα ψηθείς αν μείνεις κοντά στο φούρνο.



























