rôtir
Pronunciation
/ʁotiʁ/

Ορισμός και σημασία του "rôtir"στα γαλλικά

rôtir
01

ψήνω, φρυγανίζω

cuire un aliment à feu vif, au four ou à la broche
rôtir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
rôtis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
rôtissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
rôtirai
ενεστώτα μετοχή
rôtissant
παθητική μετοχή
rôti
α΄ πληθυντικό παρατατικού
rôtissions
Παραδείγματα
Le chef a appris à rôtir un canard entier.
Ο σεφ έμαθε να ψήνει ένα ολόκληρο πάπια.
02

καίω, ψήνω

faire brûler, dessécher sous une chaleur intense
Παραδείγματα
Les touristes rôtissent sur la plage.
Οι τουρίστες ψήνονται στην παραλία.
03

ψήνω, φρυγανίζω

être exposé à une chaleur intense
Παραδείγματα
Tu vas rôtir si tu restes près du four.
Θα ψηθείς αν μείνεις κοντά στο φούρνο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store