Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rôtir
01
ψήνω, φρυγανίζω
cuire un aliment à feu vif, au four ou à la broche
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
rôtis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
rôtissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
rôtirai
ενεστώτα μετοχή
rôtissant
παθητική μετοχή
rôti
α΄ πληθυντικό παρατατικού
rôtissions
Παραδείγματα
Elle a rôti un poulet pour le dîner.
Αυτή ψησε ένα κοτόπουλο για δείπνο.
02
καίω, ψήνω
faire brûler, dessécher sous une chaleur intense
Παραδείγματα
Le soleil a rôti ma peau.
Ο ήλιος έψησε το δέρμα μου.
03
ψήνω, φρυγανίζω
être exposé à une chaleur intense
Παραδείγματα
On rôtit dans cette voiture en plein été.
Ψήνομαστε σε αυτό το αυτοκίνητο στη μέση του καλοκαιριού.



























