Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
remplir
01
γεμίζω, συμπληρώνω
mettre quelque chose dans un contenant vide jusqu'à ce qu'il soit plein
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
remplis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
remplissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
remplirai
ενεστώτα μετοχή
remplissant
παθητική μετοχή
rempli
α΄ πληθυντικό παρατατικού
remplissions
Παραδείγματα
Le vent a rempli la tente de poussière.
Ο άνεμος γέμισε τη σκηνή με σκόνη.
02
εκπληρώνω, ασκώ
exercer une mission, une responsabilité
Παραδείγματα
L' acteur a bien rempli son rôle dans le film.
Ο ηθοποιός εκπλήρωσε καλά το ρόλο του στην ταινία.
03
γεμίζω, συμπληρώνω
recevoir quelque chose jusqu'à être plein (liquide, gaz, contenu matériel)
Παραδείγματα
Son assiette s' est remplie à nouveau.
Το πιάτο του γέμισε ξανά.



























