Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
remplir
01
γεμίζω, συμπληρώνω
mettre quelque chose dans un contenant vide jusqu'à ce qu'il soit plein
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
remplis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
remplissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
remplirai
ενεστώτα μετοχή
remplissant
παθητική μετοχή
rempli
α΄ πληθυντικό παρατατικού
remplissions
Παραδείγματα
Elle remplit son verre d'eau.
Αυτή γεμίζει το ποτήρι της με νερό.
02
εκπληρώνω, ασκώ
exercer une mission , une responsabilité
Παραδείγματα
Elle remplit son rôle de mère avec patience.
Ασκεί το ρόλο της ως μητέρα με υπομονή.
03
γεμίζω, συμπληρώνω
recevoir quelque chose jusqu'à être plein (liquide, gaz, contenu matériel)
Παραδείγματα
Le réservoir se remplit lentement.
Η δεξαμενή γεμίζει αργά.



























