la prune
Pronunciation
/pʁyn/

Ορισμός και σημασία του "prune"στα γαλλικά

01

δαμάσκηνο, στεγνωμένο δαμάσκηνο

fruit sucré à noyau, souvent violet ou jaune
la prune definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
prunes
Παραδείγματα
Les prunes apportent des fibres et des vitamines.
Τα δαμάσκηνα παρέχουν φυτικές ίνες και βιταμίνες.
02

χτύπημα, σφαλιάρα

coup donné avec la main ou un objet
la prune definition and meaning
Παραδείγματα
Il a reçu une prune accidentelle en se cognant contre la porte.
Έλαβε ένα τυχαίο χτύπημα χτυπώντας στην πόρτα.
03

πρόστιμο, κύρωση

sanction pécuniaire infligée pour une infraction
la prune definition and meaning
Παραδείγματα
La police distribue des prunes aux contrevenants.
Η αστυνομία διανέμει πρόστιμα στους παραβάτες.
01

χρώμα δαμάσκηνου, σκούρο κόκκινο με μωβ απόχρωση

de couleur rouge foncé tirant sur le violet
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus prune
συγκριτικός βαθμός
plus prune
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
prune
αρσενικό πληθυντικό
prune
θηλυκό ενικό
prune
θηλυκό πληθυντικό
prune
Παραδείγματα
Les coussins prune ajoutent de la profondeur au salon.
Τα μαξιλάρια χρώματος δαμάσκηνο προσθέτουν βάθος στο σαλόνι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store