profiter
Pronunciation
/pʀɔfite/

Ορισμός και σημασία του "profiter"στα γαλλικά

profiter
01

εκμεταλλεύομαι, αξιοποιώ

tirer avantage ou bénéfice de quelque chose
profiter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
profite
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
profitons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
profiterai
ενεστώτα μετοχή
profitant
παθητική μετοχή
profité
α΄ πληθυντικό παρατατικού
profitions
Παραδείγματα
Nous avons bien profité de notre séjour à la montagne.
Αξιοποιήσαμε πραγματικά τη διαμονή μας στο βουνό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store