Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
profiter
01
εκμεταλλεύομαι, αξιοποιώ
tirer avantage ou bénéfice de quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
profite
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
profitons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
profiterai
ενεστώτα μετοχή
profitant
παθητική μετοχή
profité
α΄ πληθυντικό παρατατικού
profitions
Παραδείγματα
Nous avons bien profité de notre séjour à la montagne.
Αξιοποιήσαμε πραγματικά τη διαμονή μας στο βουνό.



























