profiter
pro
pʁɔ
praw
fi
fi
fi
ter
te
te
projeterprofanerprofilerproférer

Ορισμός και σημασία του "profiter"στα γαλλικά

profiter
01

εκμεταλλεύομαι, αξιοποιώ

tirer avantage ou bénéfice de quelque chose 
profiter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
profite
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
profitons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
profiterai
ενεστώτα μετοχή
profitant
παθητική μετοχή
profité
α΄ πληθυντικό παρατατικού
profitions
Παραδείγματα
Il faut profiter du beau temps aujourd'hui. 

Πρέπει να εκμεταλλευτούμε τον καλό καιρό σήμερα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store