Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le programme
01
πρόγραμμα, σχέδιο
plan organisé d'actions pour atteindre un objectif précis
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
programmes
Παραδείγματα
Le programme de la conférence est très chargé.
Το πρόγραμμα της διάσκεψης είναι πολύ απασχολημένο.
programme
01
προγραμματίζω, σχεδιάζω
liste des émissions diffusées à la télévision ou à la radio à un moment donné
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
programme
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
programmons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
programmerai
παθητική μετοχή
programmé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
programmions
Παραδείγματα
J'ai regardé un bon programme à la télévision hier soir.
Χθες το βράδυ είδα ένα καλό πρόγραμμα στην τηλεόραση.



























