Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La profondeur
[gender: feminine]
01
βάθος, βυθός
distance verticale entre le point le plus haut et le point le plus bas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La profondeur du lac varie selon les saisons.
Το βάθος της λίμνης ποικίλλει ανάλογα με τις εποχές.



























