Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
professionnel
01
επαγγελματικός, επαγγελματίας
qui se rapporte à un métier, à une activité ou à une compétence spécifique
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
professionnel
αρσενικό πληθυντικό
professionnels
θηλυκό ενικό
professionnelle
θηλυκό πληθυντικό
professionnelles
Παραδείγματα
Elle a suivi une formation professionnelle en informatique.
Παρακολούθησε μια επαγγελματική κατάρτιση στην πληροφορική.



























