la profession
Pronunciation
/pʀɔfesjɔ̃/

Ορισμός και σημασία του "profession"στα γαλλικά

01

επάγγελμα, δουλειά

travail ou métier exercé par quelqu'un
la profession definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
professions
Παραδείγματα
Beaucoup choisissent une profession qui les passionne.
Πολλοί επιλέγουν ένα επάγγελμα που τους παθιάζει.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store