Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
professionnel
01
επαγγελματικός, επαγγελματίας
qui se rapporte à un métier, à une activité ou à une compétence spécifique
Παραδείγματα
Les outils professionnels facilitent le travail quotidien.
Τα επαγγελματικά εργαλεία διευκολύνουν την καθημερινή εργασία.



























