Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La progression
01
πρόοδος, προόδου
fait d'avancer ou d'améliorer ses performances, ses connaissances ou sa situation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
progressions
Παραδείγματα
La progression des travaux de construction est rapide.
Η πρόοδος των εργασιών κατασκευής είναι γρήγορη.
Λεξικό Δέντρο
progression
progress



























