Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La progression
01
πρόοδος, προόδου
fait d'avancer ou d'améliorer ses performances, ses connaissances ou sa situation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
progressions
Παραδείγματα
La progression des élèves en mathématiques est remarquable.
Η πρόοδος των μαθητών στα μαθηματικά είναι αξιοσημείωτη.
Λεξικό Δέντρο
progression
progress



























