Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
original
01
αυθεντικός, πρωτότυπος
qui est authentique, qui n'a pas été modifié ou copié
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus original
συγκριτικός βαθμός
plus original
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
original
αρσενικό πληθυντικό
originaux
θηλυκό ενικό
originale
θηλυκό πληθυντικό
originales
Παραδείγματα
J' ai gardé la photo originale.
Κράτησα την αρχική φωτογραφία.
02
δημιουργικός, πρωτότυπος
qui a la capacité d'inventer ou de créer de nouvelles choses, qui fait preuve de créativité
Παραδείγματα
Une peintre originale attire souvent l' attention des critiques.
Μια πρωτότυπη ζωγράφος συχνά προσελκύει την προσοχή των κριτικών.
03
πρωτότυπος, δημιουργικός
qui est inventif, créatif, qui apporte quelque chose de nouveau ou d'inhabituel
Παραδείγματα
Le film propose une approche originale du sujet.
Η ταινία προτείνει μια πρωτότυπη προσέγγιση του θέματος.
L'original
01
πρωτότυπο, αρχικό αντίτυπο
exemplaire premier d'un document, d'une œuvre ou d'un objet, par rapport à ses copies
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
originaux
Παραδείγματα
L' original du film a été restauré pour la projection.
Το πρωτότυπο της ταινίας έχει αποκατασταθεί για προβολή.
Λεξικό Δέντρο
original
origin



























