Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mélanger
01
ανακατεύω, συνδυάζω
combiner des substances pour les rendre homogènes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
mélange
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
mélangeons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
mélangerai
ενεστώτα μετοχή
mélangeant
παθητική μετοχή
mélangé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
mélangions
Παραδείγματα
Je mélange la farine et les œufs.
Ανακατεύω το αλεύρι και τα αυγά.
02
συγχέω, ανακατεύω
faire une erreur en associant des éléments distincts
Παραδείγματα
Je mélange toujours ces deux jumelles.
Πάντα μπερδεύω αυτές τις δύο δίδυμες.
03
ανακατεύω, αναμειγνύω
remuer ou agiter les cartes pour que leur ordre soit aléatoire avant de les distribuer
Παραδείγματα
Le croupier mélange les cartes avant chaque partie.
Ο κρουπιέ ανακατεύει τις κάρτες πριν από κάθε παιχνίδι.
04
ανακατεύω, συνδυάζω
devenir un ensemble homogène par combinaison
Παραδείγματα
Les couleurs se mélangent dans l'eau.
Τα χρώματα αναμειγνύονται στο νερό.



























