Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La mélancolie
[gender: feminine]
01
μελαγχολία
état de tristesse profonde et prolongée, souvent sans cause précise
Παραδείγματα
Les œuvres d' art peuvent refléter la mélancolie de l' artiste.
Τα έργα τέχνης μπορούν να αντικατοπτρίζουν τη μελαγχολία του καλλιτέχνη.



























