Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'indice
01
σημάδι, ένδειξη
un signe ou un marque qui montre quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
indices
Παραδείγματα
L' augmentation du prix est un indice de pénurie.
Η αύξηση της τιμής είναι δείκτης έλλειψης.
02
ενδείξεις, στοιχείο
élément ou signe qui aide à découvrir la vérité ou résoudre un problème
Παραδείγματα
L' indice trouvé confirme la version du témoin.
Το στοιχείο που βρέθηκε επιβεβαιώνει την εκδοχή του μάρτυρα.
03
δείκτης, δείκτης
une valeur ou un chiffre qui montre l'évolution de quelque chose, souvent dans l'économie ou les statistiques
Παραδείγματα
L' indice de pollution a dépassé les limites autorisées.
Ο δείκτης ρύπανσης ξεπέρασε τα επιτρεπτά όρια.
04
δείκτης κάτω, υπογράφημα
un petit nombre ou symbole écrit en bas à droite d'une lettre ou d'un chiffre dans les mathématiques
Παραδείγματα
Les indices permettent de distinguer les différentes variables.
Οι δείκτες επιτρέπουν τη διάκριση των διαφορετικών μεταβλητών.
Λεξικό Δέντρο
indice
dice



























