Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'indifférence
[gender: feminine]
01
αδιαφορία, αμέλεια
absence d'intérêt ou de réaction face à une personne ou une situation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
indifférences
Παραδείγματα
L' indifférence est différente de la méchanceté.
Η αδιαφορία διαφέρει από τη κακία.



























