Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
friser
01
κάνω μπούκλες, κυρτώνω
donner des boucles ou ondulations aux cheveux
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
frise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
frisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
friserai
ενεστώτα μετοχή
frisant
παθητική μετοχή
frisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
frisions
Παραδείγματα
Elle se fait friser les cheveux pour la fête.
Αυτή κάνει τα μαλλιά της για το πάρτι.
02
αγγίζω ελαφρά, είναι στα πρόθυρα
frôler, être très proche de quelque chose
Παραδείγματα
Balle de tennis qui frise le filet.
Μπάλα τένις που αγγίζει το δίχτυ.
03
είναι στα πρόθυρα, πλησιάζω
être proche de quelque chose, approcher un âge, un nombre ou une situation
Παραδείγματα
Elle devait bien friser la soixantaine.
Πρέπει να πλησίαζε τα εξήντα.



























