Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le frigo
01
ψυγείο, ψυκτικός
appareil électroménager pour conserver les aliments au frais
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
frigos
Παραδείγματα
Le lait est dans la porte du frigo.
Το γάλα είναι στην πόρτα του ψυγείου.



























