Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
frissonner
01
τρέμω
trembler légèrement, souvent à cause du froid ou de l'émotion
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
frissonne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
frissonnons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
frissonnerai
ενεστώτα μετοχή
frissonnant
παθητική μετοχή
frissonné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
frissonnions
Παραδείγματα
Un frisson parcourut son dos quand il entendit un bruit étrange.
Ένα ρίγος διέτρεξε την πλάτη του όταν άκουσε έναν περίεργο θόρυβο.



























