tenir
de
de
te
nir
niʁ
nir

Ορισμός και σημασία του "détenir"στα γαλλικά

détenir
01

κατέχω, διαθέτω

avoir ou posséder quelque chose 
détenir definition and meaning
Παραδείγματα
Il détient une collection de timbres rares. 

Κατέχει μια συλλογή σπάνιων γραμματοσήμων.

02

κρατώ, κατέχω

garder quelqu'un ou quelque chose sous contrôle ou en sa possession 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
détiens
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
détenons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
détiendrai
ενεστώτα μετοχή
détenant
παθητική μετοχή
détenu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
détenions
Παραδείγματα
Le musée détient plusieurs œuvres d'art précieuses. 

Το μουσείο κατέχει πολλά πολύτιμα έργα τέχνης.

03

φυλάσσω

garder une information ou un secret 
Παραδείγματα
Il détient un secret qu'il ne veut pas révéler. 

Κρατά ένα μυστικό που δεν θέλει να αποκαλύψει.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store