Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
débrouiller
01
ξεμπλέκω, ξετυλίγω
démêler ou séparer des éléments entremêlés
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
débrouille
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
débrouillons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
débrouillerai
ενεστώτα μετοχή
débrouillant
παθητική μετοχή
débrouillé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
débrouillions
Παραδείγματα
Il a réussi à débrouiller le câble réseau en deux minutes.
Κατάφερε να ξεμπερδέψει το καλώδιο δικτύου σε δύο λεπτά.
02
ξεκαθαρίζω, ξεμπλέκω
clarifier une situation complexe ou confuse
Παραδείγματα
Nous devons débrouiller ces contradictions.
Πρέπει να ξετυλίξουμε αυτές τις αντιφάσεις.
03
τα βγάζω πέρα, διαχειρίζομαι
réussir à gérer une situation difficile par ses propres moyens
Παραδείγματα
Ils se sont débrouillés sans internet pendant une semaine.
Τα κατάφεραν χωρίς ίντερνετ για μια εβδομάδα.



























