Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
débrouiller
01
ξεμπλέκω, ξετυλίγω
démêler ou séparer des éléments entremêlés
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
débrouille
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
débrouillons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
débrouillerai
ενεστώτα μετοχή
débrouillant
παθητική μετοχή
débrouillé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
débrouillions
Παραδείγματα
Elle a débrouillé les fils électriques avec patience.
Αυτή ξεμπέρδεψε τα ηλεκτρικά καλώδια με υπομονή.
02
ξεκαθαρίζω, ξεμπλέκω
clarifier une situation complexe ou confuse
Παραδείγματα
Le détective a débrouillé l'affaire en quelques heures.
Ο ντετέκτιβ διευκρίνισε την υπόθεση σε λίγες ώρες.
03
τα βγάζω πέρα, διαχειρίζομαι
réussir à gérer une situation difficile par ses propres moyens
Παραδείγματα
Il s'est débrouillé tout seul pour réparer sa voiture.
Τα κατάφερε μόνος του να επισκευάσει το αυτοκίνητό του.



























