boucher
de
de
bou
bu
boo
cher
ʃe
she
débaucherdébouclerdéboulerdébourrer

Ορισμός και σημασία του "déboucher"στα γαλλικά

déboucher
01

ξεβουλώνω, ανοίγω

ouvrir une bouteille en enlevant le bouchon 
déboucher definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
débouche
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
débouchons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
déboucherai
ενεστώτα μετοχή
débouchant
παθητική μετοχή
débouché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
débouchions
Παραδείγματα
Il a débouché une bouteille de vin pour le dîner. 

Άνοιξε ένα μπουκάλι κρασί για το δείπνο.

02

εκβάλλω, οδηγώ σε

aboutir à un endroit 
déboucher definition and meaning
Παραδείγματα
Ce couloir débouche sur le jardin. 

Αυτός ο διάδρομος οδηγεί στον κήπο.

03

ξεβουλώνω, αποφράσσω

dégager un passage obstrué 
Παραδείγματα
Le plombier a débouché l'évier bouché. 

Ο υδραυλικός ξεβούλωσε το βουλωμένο νεροχύτη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store