Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
déboucher
01
ξεβουλώνω, ανοίγω
ouvrir une bouteille en enlevant le bouchon
Παραδείγματα
Déboucher une bouteille de soda trop vite peut faire des bulles.
Το ξεκούμπωμα ενός μπουκαλιού σόδας πολύ γρήγορα μπορεί να προκαλέσει φούσκες.
02
εκβάλλω, οδηγώ σε
aboutir à un endroit
Παραδείγματα
Toutes ces recherches débouchent sur une découverte importante.
Όλες αυτές οι έρευνες οδηγούν σε μια σημαντική ανακάλυψη.
03
ξεβουλώνω, αποφράσσω
dégager un passage obstrué
Παραδείγματα
Déboucher un canalisation coûte cher chez le plombier.
Ξεβούλωμα ενός σωλήνα κοστίζει ακριβά στον υδραυλικό.



























