Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
doter
01
εξοπλίζω, προμηθεύω
équiper ou fournir des outils ou des ressources matérielles
Παραδείγματα
La nouvelle usine est dotée de machines high - tech.
Το νέο εργοστάσιο είναι εξοπλισμένο με μηχανήματα υψηλής τεχνολογίας.
02
προικίζω, παρέχω προίκα
donner une dot à une future mariée
Old use
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
dote
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
dotons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
doterai
ενεστώτα μετοχή
dotant
παθητική μετοχή
doté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
dotions
Παραδείγματα
Ils ont refusé de la doter, ce qui a causé un scandale.
Αρνήθηκαν να την προικίσουν, πράγμα που προκάλεσε σκάνδαλο.
03
προικίζω, εξοπλίζω
donner des qualités, des ressources ou des avantages
Παραδείγματα
L' État doit doter les hôpitaux de plus de médecins.
Το κράτος πρέπει να εξοπλίσει τα νοσοκομεία με περισσότερους γιατρούς.



























