dormir
dor
dɔʁ
dawr
mir
miʁ
mir

Ορισμός και σημασία του "dormir"στα γαλλικά

dormir
01

κοιμάμαι

être dans un état de repos où l'on cesse d'être conscient 
dormir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
dors
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
dormons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
dormirai
ενεστώτα μετοχή
dormant
παθητική μετοχή
dormi
α΄ πληθυντικό παρατατικού
dormions
Παραδείγματα
Je dors huit heures par nuit. 

Κοιμάμαι οκτώ ώρες ανά νύχτα.

02

αδρανεί

rester inutilisé dans un compte bancaire ou un investissement 
dormir definition and meaning
Παραδείγματα
Mon argent dort sur ce compte sans intérêt. 

Τα χρήματά μου κοιμούνται σε αυτόν τον λογαριασμό χωρίς τόκο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store