Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dormir
01
κοιμάμαι
être dans un état de repos où l'on cesse d'être conscient
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
dors
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
dormons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
dormirai
ενεστώτα μετοχή
dormant
παθητική μετοχή
dormi
α΄ πληθυντικό παρατατικού
dormions
Παραδείγματα
Je dors huit heures par nuit.
Κοιμάμαι οκτώ ώρες ανά νύχτα.
02
αδρανεί
rester inutilisé dans un compte bancaire ou un investissement
Παραδείγματα
Mon argent dort sur ce compte sans intérêt.
Τα χρήματά μου κοιμούνται σε αυτόν τον λογαριασμό χωρίς τόκο.



























