Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dormir
01
κοιμάμαι
être dans un état de repos où l'on cesse d'être conscient
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
dors
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
dormons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
dormirai
ενεστώτα μετοχή
dormant
παθητική μετοχή
dormi
α΄ πληθυντικό παρατατικού
dormions
Παραδείγματα
Nous aimons dormir avec la fenêtre ouverte.
Μας αρέσει να κοιμόμαστε με ανοιχτό παράθυρο.
02
αδρανεί
rester inutilisé dans un compte bancaire ou un investissement
Παραδείγματα
Son héritage dort encore chez le notaire.
Η κληρονομιά του κείται ακόμη στον συμβολαιογράφο.



























