le dos
dos
doʊ
dow
eauléozoomot

Ορισμός και σημασία του "dos"στα γαλλικά

01

πλάτη, ράχη

partie arrière du corps humain entre le cou et les hanches 
le dos definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
dos
Παραδείγματα
Il a mal au dos après avoir porté cette lourde boîte. 

Πονάει η πλάτη του αφού κουβάλησε αυτό το βαρύ κουτί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store