la dorade
do
dɔ
ντο
rade
ʁad
ραντ
daurade

Ορισμός και σημασία του "dorade"στα γαλλικά

01

τσιπούρα, χρυσόφρυδο

poisson marin, souvent argenté avec une bande dorée près des yeux, vivant dans les mers tempérées et méditerranéennes, très apprécié pour sa chair 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
dorades
Παραδείγματα
La dorade se pêche en Méditerranée. 

Η τσιπούρα αλιεύεται στη Μεσόγειο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store