Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le dos
01
πλάτη, ράχη
partie arrière du corps humain entre le cou et les hanches
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
dos
Παραδείγματα
Il a mal au dos après avoir porté cette lourde boîte.
Πονάει η πλάτη του αφού κουβάλησε αυτό το βαρύ κουτί.



























