Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le doublage
01
ντάμπινγκ, μεταγλώττιση
action de remplacer les voix originales d'un film ou d'une série par d'autres voix
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
doublages
Παραδείγματα
Le doublage du film a été fait en français.
Η μεταγλώττιση της ταινίας έγινε στα γαλλικά.
02
διπλασιασμός, διπλασιοποίηση
action de rendre quelque chose deux fois plus grand ou plus nombreux
Παραδείγματα
Le doublage de la production a été nécessaire cette année.
Ο διπλασιασμός της παραγωγής ήταν απαραίτητος φέτος.
03
επένδυση, επικάλυψη
action de recouvrir un objet avec une deuxième couche ou un tissu de protection
Παραδείγματα
Le doublage de la veste est en soie.
Το φόδρο του σακάκι είναι από μετάξι.



























