Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
doter
01
εξοπλίζω, προμηθεύω
équiper ou fournir des outils ou des ressources matérielles
Παραδείγματα
L'école va doter chaque classe de tableaux interactifs.
Το σχολείο θα εξοπλίσει κάθε τάξη με διαδραστικούς πίνακες.
02
προικίζω, παρέχω προίκα
donner une dot à une future mariée
παλαιά χρήση
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
dote
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
dotons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
doterai
ενεστώτα μετοχή
dotant
παθητική μετοχή
doté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
dotions
Παραδείγματα
Autrefois, les familles nobles devaient doter leurs filles richement.
Παλιά, οι ευγενείς οικογένειες έπρεπε να προικίζουν πλούσια τις κόρες τους.
03
προικίζω, εξοπλίζω
donner des qualités, des ressources ou des avantages
Παραδείγματα
La nature l'a doté d'une intelligence remarquable.
Η φύση τον προίκισε με αξιοσημείωτη νοημοσύνη.



























