Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
céder
01
υποχωρώ, παραδίνομαι
accepter de se soumettre ou de laisser quelqu'un prendre le dessus
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
cède
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
cédons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
céderai
παθητική μετοχή
cédé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
cédions
Παραδείγματα
Il a finalement cédé à la pression de ses collègues.
Τελικά υποχώρησε στην πίεση των συναδέλφων του.
02
υποχωρώ, παραδίνομαι
ne plus résister , se laisser aller sous une pression physique ou morale
Παραδείγματα
Le vieux pont a cédé sous le poids du camion.
Η παλιά γέφυρα υπέκυψε κάτω από το βάρος του φορτηγού.
03
μεταβιβάζω, παραχωρώ
transférer un droit ou la propriété, remettre officiellement
Παραδείγματα
Mon père m'a cédé son entreprise.
Ο πατέρας μου μου παραχώρησε την επιχείρησή του.
04
παραχωρώ
remettre à quelqu'un un objet ou un avantage de façon simple ou temporaire
Παραδείγματα
Il a cédé sa place à une personne âgée.
Παρέδωσε τη θέση του σε έναν ηλικιωμένο.



























