Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
couvrir
01
καλύπτω, σκεπάζω
mettre quelque chose sur une surface pour la protéger ou la cacher
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
couvre
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
couvrons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
couvrirai
ενεστώτα μετοχή
couvrant
παθητική μετοχή
couvert
α΄ πληθυντικό παρατατικού
couvrions
Παραδείγματα
Elle couvre le gâteau de chocolat.
Αυτή καλύπτει την τούρτα σοκολάτας.
02
αναφέρω, καλύπτω
parler ou écrire sur un sujet dans les médias
Παραδείγματα
Le journaliste couvre la conférence pour le journal.
Καλύπτει τη διάσκεψη για την εφημερίδα.
03
συννεφιάζω, καλύπτομαι από σύννεφα
devient couvert de nuages
Παραδείγματα
Le ciel se couvre avant la pluie.
Ο ουρανός καλύπτεται πριν από τη βροχή.
04
καλύπτω, σκεπάζω
remplir ou dépasser une certaine quantité
Παραδείγματα
Les ventes ont couvert les coûts de production.
Οι πωλήσεις κάλυψαν το κόστος παραγωγής.
05
καλύπτω τον εαυτό μου, προστατεύω τον εαυτό μου
se protéger soi-même avec quelque chose
Παραδείγματα
Il se couvre avec une couverture sur le canapé.
Αυτός καλύπτεται με μια κουβέρτα στον καναπέ.



























