Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La couverture
01
κουβέρτα, πάπλωμα
grande pièce de tissu épais qu'on met sur un lit pour avoir chaud
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
couvertures
Παραδείγματα
Il a tiré la couverture sur lui pendant la nuit.
Τράβηξε το πάπλωμα πάνω του κατά τη διάρκεια της νύχτας.
02
εξώφυλλο, κάλυμμα
partie extérieure d'un livre, d'un cahier ou d'un magazine qui le protège
Παραδείγματα
La couverture de ce livre est très jolie.
Το εξώφυλλο αυτού του βιβλίου είναι πολύ όμορφο.
03
κάλυψη, προστασία
protection ou garantie offerte, par exemple par une assurance ou un service
Παραδείγματα
Ce contrat d'assurance vous garantit une bonne couverture.
Αυτή η ασφαλιστική σύμβαση σας εγγυάται μια καλή κάλυψη.



























