Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
confier
01
εμπιστεύομαι, αναθέτω
donner ses secrets, ses sentiments ou une responsabilité à quelqu'un en qui on a confiance
Παραδείγματα
Tu peux me confier tes problèmes.
Μπορείς να μου εμπιστευτείς τα προβλήματά σου.
02
εμπιστεύομαι, αναθέτω
raconter ses secrets ou ses sentiments à quelqu'un en qui on a confiance
Παραδείγματα
Avant de partir, il s' est confié à son frère.
Πριν φύγει, εμπιστεύτηκε τον αδελφό του.
03
εμπιστεύομαι, αναθέτω
donner quelque chose à quelqu'un en lui faisant confiance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
confie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
confions
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
confierai
ενεστώτα μετοχή
confiant
παθητική μετοχή
confié
α΄ πληθυντικό παρατατικού
confiions
Παραδείγματα
Tu peux me confier ta voiture pour la semaine.
Μπορείς να μου εμπιστευτείς το αυτοκίνητό σου για την εβδομάδα.



























