Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
confier
01
εμπιστεύομαι, αναθέτω
donner ses secrets, ses sentiments ou une responsabilité à quelqu'un en qui on a confiance
Παραδείγματα
Je lui confie mon secret.
Εμπιστεύομαι το μυστικό μου σε αυτόν/αυτή.
02
εμπιστεύομαι, αναθέτω
raconter ses secrets ou ses sentiments à quelqu'un en qui on a confiance
Παραδείγματα
Elle se confie toujours à sa meilleure amie.
Αυτή πάντα εμπιστεύεται την καλύτερή της φίλη.
03
εμπιστεύομαι, αναθέτω
donner quelque chose à quelqu'un en lui faisant confiance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
confie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
confions
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
confierai
ενεστώτα μετοχή
confiant
παθητική μετοχή
confié
α΄ πληθυντικό παρατατικού
confiions
Παραδείγματα
Je lui confie mon sac pendant mon absence.
Εμπιστεύομαι την τσάντα μου σε αυτόν/αυτήν κατά την απουσία μου.



























