Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
confirmer
01
επιβεβαιώνω, βεβαιώνω
dire que quelque chose est vrai ou sûr
Παραδείγματα
Elle a confirmé qu' elle viendrait à la fête.
Εκείνη επιβεβαίωσε ότι θα ερχόταν στο πάρτι.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
επιβεβαιώνω, βεβαιώνω