Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La conformité
01
συμμόρφωση, συμμόρφωση
état d'accord ou d'harmonie avec une règle, une norme ou un modèle
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Ce produit est en conformité avec les normes européennes.
Αυτό το προϊόν είναι σε συμμόρφωση με τα ευρωπαϊκά πρότυπα.



























