la conformité
Pronunciation
/kɔ̃fɔʀmite/

Ορισμός και σημασία του "conformité"στα γαλλικά

La conformité
[gender: feminine]
01

συμμόρφωση, συμμόρφωση

état d'accord ou d'harmonie avec une règle, une norme ou un modèle
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La conformité aux règles est essentielle.
Η συμμόρφωση με τους κανόνες είναι απαραίτητη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store