Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La conformité
[gender: feminine]
01
συμμόρφωση, συμμόρφωση
état d'accord ou d'harmonie avec une règle, une norme ou un modèle
Παραδείγματα
La conformité aux règles est essentielle.
Η συμμόρφωση με τους κανόνες είναι απαραίτητη.



























