Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
configurer
01
διαμορφώνω, ρυθμίζω
régler ou organiser les paramètres d'un appareil, d'un programme ou d'un système informatique
Παραδείγματα
Il faut configurer l'ordinateur avant de l'utiliser.
Πρέπει να ρυθμίσετε τον υπολογιστή πριν τον χρησιμοποιήσετε.
02
διαμορφώνω, δίνω σχήμα
déterminer ou organiser la forme, la structure ou la disposition de quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
configure
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
configurons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
configurerai
παθητική μετοχή
configuré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
configurions
Παραδείγματα
L'architecte a configuré l'espace pour le rendre plus fonctionnel.
Ο αρχιτέκτονας διαμόρφωσε τον χώρο για να τον κάνει πιο λειτουργικό.



























