confirmer
confirmer
kɔ̃fɪʁme
kawfirme
confinerconformer

Ορισμός και σημασία του "confirmer"στα γαλλικά

confirmer
01

επιβεβαιώνω, βεβαιώνω

dire que quelque chose est vrai ou sûr 
confirmer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
confirme
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
confirmons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
confirmerai
ενεστώτα μετοχή
confirmant
παθητική μετοχή
confirmé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
confirmions
Παραδείγματα
Le médecin a confirmé le diagnostic. 

Ο γιατρός επιβεβαίωσε τη διάγνωση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store