Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
confirmer
01
επιβεβαιώνω, βεβαιώνω
dire que quelque chose est vrai ou sûr
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
confirme
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
confirmons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
confirmerai
ενεστώτα μετοχή
confirmant
παθητική μετοχή
confirmé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
confirmions
Παραδείγματα
Elle a confirmé qu' elle viendrait à la fête.
Εκείνη επιβεβαίωσε ότι θα ερχόταν στο πάρτι.



























