bêcher
bêcher

Ορισμός και σημασία του "bêcher"στα γαλλικά

bêcher
01

σκάβω, ανασκάπτω

retourner, creuser ou ameublir la terre à l'aide d'une bêche, surtout pour le jardinage ou l'agriculture 
bêcher definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
bêche
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
bêchons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
bêcherai
παθητική μετοχή
bêché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
bêchions
Παραδείγματα
Il bêche le jardin avant de planter les légumes. 

Σκάβει τον κήπο πριν φυτέψει τα λαχανικά.

02

αγνοώ, προσποιούμαι ότι δεν βλέπω

ne pas prêter attention à une personne, faire comme si elle n'existait pas 
bêcher definition and meaning
Παραδείγματα
Il m'a complètement bêché quand je lui ai parlé. 

Με αγνόησε εντελώς όταν του μίλησα.

03

κριτικάρω σκληρά, επιτίθεμαι λεκτικά

attaquer quelqu'un par des paroles très sévères, le critiquer sans ménagement 
Παραδείγματα
Le journaliste a bêché le film dans son article. 

Ο δημοσιογράφος επέκρινε δριμύα την ταινία στο άρθρο του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store