la bêche
Pronunciation
/bˈɛʃ/

Ορισμός και σημασία του "bêche"στα γαλλικά

La bêche
[gender: feminine]
01

φτυάρι, σκαπάνη

outil de jardinage à lame plate et tranchante, utilisé pour creuser et retourner la terre
la bêche definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
bêches
Παραδείγματα
N' oublie pas de nettoyer la bêche après usage.
Μην ξεχάσεις να καθαρίσεις το φτυάρι μετά τη χρήση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store