Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bêcher
01
σκάβω, ανασκάπτω
retourner, creuser ou ameublir la terre à l'aide d'une bêche, surtout pour le jardinage ou l'agriculture
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
bêche
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
bêchons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
bêcherai
παθητική μετοχή
bêché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
bêchions
Παραδείγματα
Elle bêche autour des arbres pour améliorer la croissance.
Σκάβει γύρω από τα δέντρα για να βελτιώσει την ανάπτυξη.
02
αγνοώ, προσποιούμαι ότι δεν βλέπω
ne pas prêter attention à une personne, faire comme si elle n'existait pas
Παραδείγματα
Il a l' habitude de bêcher les gens qu' il n' aime pas.
Έχει τη συνήθεια να αγνοεί τους ανθρώπους που δεν του αρέσουν.
03
κριτικάρω σκληρά, επιτίθεμαι λεκτικά
attaquer quelqu'un par des paroles très sévères, le critiquer sans ménagement
Παραδείγματα
Le critique a bêché le livre sans aucune indulgence.
Ο κριτικός κατέκρινε το βιβλίο χωρίς καμία επιείκεια.



























