ler
be
be
ler
le
le
nouernavrévouerexilé

Ορισμός και σημασία του "bêler"στα γαλλικά

bêler
01

βελάζω, βγάζω τη φωνή ενός προβάτου ή κατσίκας

pousser le cri d'un mouton ou d'une chèvre 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
bêle
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
bêlons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
bêlerai
παθητική μετοχή
bêlé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
bêlions
Παραδείγματα
Le mouton bêle  dans le pré . 

Το πρόβατο βέλασμα στο λιβάδι.

02

βελάζω, παραπονιέμαι σαν πρόβατο

parler ou crier d'une voix plaintive comme un mouton 
Παραδείγματα
L'enfant bêle quand il se plaint sans arrêt. 

Το παιδί βελάζει όταν παραπονιέται ασταμάτητα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store