Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bêler
01
βελάζω, βγάζω τη φωνή ενός προβάτου ή κατσίκας
pousser le cri d'un mouton ou d'une chèvre
Παραδείγματα
Même la petite chèvre bêle quand elle me voit.
Ακόμα και η μικρή κατσίκα βελάζει όταν με βλέπει.
02
βελάζω, παραπονιέμαι σαν πρόβατο
parler ou crier d'une voix plaintive comme un mouton
Παραδείγματα
Même la jeune fille bêle quand elle raconte son histoire.
Βελάζω ακόμα και το νεαρό κορίτσι όταν λέει την ιστορία της.



























