Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bouillant
01
βραστός, βρασμός
qui est à l'état d'ébullition ou très chaud
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus bouillant
συγκριτικός βαθμός
plus bouillant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
bouillant
αρσενικό πληθυντικό
bouillants
θηλυκό ενικό
bouillante
θηλυκό πληθυντικό
bouillantes
Παραδείγματα
Le métal bouillant éclate en éclats lumineux.
Το βραστό μέταλλο εκρήγνυται σε φωτεινές σπίθες.
02
βραστός, ζεστός
qui est très chaud au toucher ou à proximité
Παραδείγματα
Le thé bouillant sort de la théière.
Το βραστό τσάι βγαίνει από την τσαγιέρα.
03
παρορμητικός, ενθουσιώδης
qui agit avec excitation ou énergie sans réfléchir
Παραδείγματα
Il a réagi de manière bouillante à la critique.
Αντιδράσει με ευερέθιστο τρόπο στην κριτική.



























