boueux
boueux
bwø
bveu
odieuxessieumieuxmathieu

Ορισμός και σημασία του "boueux"στα γαλλικά

01

λασπωμένος, βρομερός

couvert ou mélangé avec de la boue 
boueux definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus boueux
συγκριτικός βαθμός
plus boueux
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
boueux
αρσενικό πληθυντικό
boueux
θηλυκό ενικό
boueuse
θηλυκό πληθυντικό
boueuses
Παραδείγματα
Après la pluie, le chemin est devenu boueux. 

Μετά τη βροχή, το μονοπάτι έγινε λασπωμένο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store