Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
apprivoiser
01
εξημερώνω, δαμάζω
rendre un animal moins sauvage, habituer un animal à la présence humaine
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
apprivoise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
apprivoisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
apprivoiserai
ενεστώτα μετοχή
apprivoisant
παθητική μετοχή
apprivoisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
apprivoisions
Παραδείγματα
Il a passé des mois à apprivoiser son chien errant.
Πέρασε μήνες εξημερώνοντας το αδέσποτο σκυλί του.
02
κατακτώ, ελέγχω
endre quelque chose de difficile à gérer plus facile à contrôler
Παραδείγματα
Les écrivains apprivoisent les mots pour créer de belles histoires.
Οι συγγραφείς δημαγωγούν τις λέξεις για να δημιουργήσουν όμορφες ιστορίες.
03
καθησυχάζω, ηρεμώ
calmer quelqu'un ou quelque chose, rendre plus tranquille
Παραδείγματα
Elle a utilisé des techniques de respiration pour apprivoiser son stress.
Χρησιμοποίησε τεχνικές αναπνοής για να δαμάσει το άγχος της.



























