Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
apprivoiser
01
εξημερώνω, δαμάζω
rendre un animal moins sauvage, habituer un animal à la présence humaine
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
apprivoise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
apprivoisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
apprivoiserai
ενεστώτα μετοχή
apprivoisant
παθητική μετοχή
apprivoisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
apprivoisions
Παραδείγματα
Il a réussi à apprivoiser un jeune renard.
Κατάφερε να εξημερώσει ένα νεαρό αλεπού.
02
κατακτώ, ελέγχω
endre quelque chose de difficile à gérer plus facile à contrôler
Παραδείγματα
Il a appris à apprivoiser sa colère avec le temps.
Έμαθε να δαμάζει το θυμό του με το πέρασμα του χρόνου.
03
καθησυχάζω, ηρεμώ
calmer quelqu'un ou quelque chose, rendre plus tranquille
Παραδείγματα
La mère a réussi à apprivoiser le bébé qui pleurait.
Η μητέρα κατάφερε να ηρεμήσει το κλαίοντα μωρό.



























