approximatif
Pronunciation
/apʀɔksimatif/

Ορισμός και σημασία του "approximatif"στα γαλλικά

approximatif
01

προσεγγιστικός, εκτιμώμενος

qui n'est pas exact, seulement proche de la réalité
approximatif definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus approximatif
συγκριτικός βαθμός
plus approximatif
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
approximatif
αρσενικό πληθυντικό
approximatifs
θηλυκό ενικό
approximative
θηλυκό πληθυντικό
approximatives
Παραδείγματα
Le plan fourni est seulement approximatif.
Το παρεχόμενο σχέδιο είναι μόνο προσεγγιστικό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store